ΤΕΛΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

ΔΙΑΧΥΣΗ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Διακρατική Συνεργασία Κύπρου-Ελλάδας, Αρ. Πρωτ.603/37

 

 

 

ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΔΑΚΟΥ ΤΗΣ ΕΛΙΑΣ ΣΕ ΟΡΓΑΝΟΦΩΣΦΟΡΙΚΑ ΚΑΙ  ΠΥΡΕΘΡΟΕΙΔΗ ΕΝΤΟΜΟΚΤΟΝΑ

 

 

Το ελαιόδεντρο είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι στη ζωή των ανθρώπων της Μεσογείου. Ο ρόλος του είναι πολυσχιδής: διατροφικός, κοινωνικός, πολιτιστικός, οικονομικός και πολιτικός. Το ελαιόλαδο και οι επιτραπέζιες ελιές είναι βασικά αγροτικά προϊόντα για τις περισσότερες χώρες της λεκάνης της Μεσογείου και σε πολλές ορεινές περιοχές αποτελούν το μοναδικό γεωργικό έσοδο. Η Ελλάδα είναι η τρίτη πιο σημαντική ελαιοπαραγωγός χώρα στον κόσμο (μετά την Ισπανία και την Ιταλία), κατέχοντας το 17% της παγκόσμιας παραγωγής ελαιολάδου και επιτραπέζιας ελιάς (FAOSTAT Agricultural Data). Η καλλιέργεια ελαιόδεντρου είναι επίσης ένα συνεχώς αυξανόμενο τμήμα της οικονομικής δραστηριότητας της Κύπρου, όπου καλλιεργείται στα 383 από τα συνολικά 408 χωριά που υπάρχουν.

Το έντομο, Bactrocera oleae, κοινώς δάκος της ελιάς, είναι ο πιο σημαντικός εχθρός της ελιάς. Υπολογίζεται ότι η μείωση στην παραγωγή του λαδιού, συνέπεια του δάκου, μπορεί να φθάσει μέχρι και το 30% της ετήσιας παραγωγής με ανάλογες επιπτώσεις και στη ποιότητα της βρώσιμης ελιάς (Mazomenos, 1989). Για τον χημικό έλεγχο του δάκου χρησιμοποιούνται κυρίως οργανοφωσφορικά και πυρεθροειδή σκευάσματα. Η χρήση των χημικών εντομοκτόνων, πάντως, εμπεριέχει πολλούς και γνωστούς κινδύνους. Μεταξύ αυτών μπορούν να αναφερθούν: Πρώτον, οικολογικές διαταραχές της σχέσης θηρευτή-θηράματος στο σύστημα, συχνά προς όφελος των εντόμων εχθρών. Δεύτερον, δημιουργία και εξάπλωση της ανθεκτικότητας στα εντομοκτόνα. Τρίτον, εξάρσεις πληθυσμών δευτερευόντων εχθρών, Τέταρτον, επιβλαβείς τοξικολογικές επιδράσεις λόγω της μόλυνσης εδάφους, υδάτων και αέρος και την εισαγωγή τους στην τροφική αλυσίδα ως τοξικά υπολείμματα στα ζώα, πτηνά και ψάρια. Και, τέλος, βλαβερές συνέπειες στην υγεία του ανθρώπου, είτε αυτός είναι ο καλλιεργητής είτε ο καταναλωτής (Pimental, 1971). Πολλοί από αυτούς του κινδύνους είναι πια φανεροί όχι μόνο στους επιστήμονες αλλά και στους καλλιεργητές και τους καταναλωτές που απαιτούν καθαρότερο και ασφαλέστερο περιβάλλον καθώς επίσης και ποιότητα τροφίμων.

Ως εκ τούτου, είναι φανερή η ανάγκη ελέγχου τόσο των υπολειμμάτων των εντομοκτόνων στη φύση όσο και της έκτασης της ανθεκτικότητας των εντόμων-στόχων. Η μη ορθολογική χρήση των εντομοκτόνων τα τελευταία 20 χρόνια οδήγησε σε μια δραματική αύξηση της ανθεκτικότητας των εντόμων με αποτέλεσμα τα εντομοκτόνα να γίνονται αναποτελεσματικά. Έτσι υπάρχει ένας φαύλος κύκλος με μια συνεχή ανάγκη χρησιμοποίησης όλο και μεγαλύτερων ποσοτήτων εντομοκτόνων για την αντιμετώπιση των όλο και ανθεκτικότερων εντόμων. Η αντιμετώπιση της ανθεκτικότητας απαιτεί αφενός την κατανόηση του μεγέθους της στους φυσικούς πληθυσμούς αλλά και αφετέρου την κατανόηση της γενετικής της βάσης. Η παρούσα έρευνα, λοιπόν, αποσκοπούσε αφενός στη δημιουργία εργαλείων για τον έλεγχο της ανθεκτικότητας φυσικών πληθυσμών του δάκου σε οργανοφωσφορικά και πυρεθροειδή εντομοκτόνα και αφετέρου στη διερεύνηση των μηχανισμών ανθεκτικότητας στα εντομοκτόνα αυτά.

 

       

             

This site was designed and developed by Natalie Biberian